You are on page 1of 2

Το καπέλο της ηρεμίας

Ο Ιλαρίων ήταν ένας άνθρωπος πολύ νευρικός. Με το παραμικρό νευρίαζε και φώναζε.
Δεν μπορούσε με τίποτα να μετριάσει τα νεύρα του ούτε να τα ελέγξει. Καταλάβαινε το
πρόβλημα και ο ίδιος είχε κουραστεί πολύ, όμως δεν μπορούσε να βρει τρόπο να
απαλλαγεί απ’ αυτό. Και οι μέρες περνούσαν πάντα ίδιες χωρίς να αλλάζει κάτι. Κανείς δεν
ήθελε για παρέα τον Ιλαρίων και όπως πάντα όλοι τον απέφευγαν γιατί ποτέ δεν ήξεραν
πότε θα συμβεί το επόμενο ξέσπασμα. Κανείς δεν ήθελε να χαλάσει την ηρεμία του. Γιατί
να στεναχωριούνται χωρίς λόγο και να τον ανέχονται;
Κάποια μέρα που ο ήλιος ήταν πολύ έντονος περνώντας από ένα κατάστημα με καπέλα,
του ήρθε η ιδέα να αγοράσει ένα καπέλο για να μην πονάνε τα μάτια του από τον ήλιο.
Προτίμησε το καπέλο από τα γυαλιά γιατί θα του χρησίμευε και στη βροχή. Λίγο μετά αφού
το φόρεσε μαζεύτηκαν σύννεφα εντελώς ξαφνικά και άρχισε να ψιχαλίζει. Πρώτη φορά
παρατήρησε ότι η βροχή τα κάνει όλα πιο όμορφα, σχεδόν μαγικά. Αισθανόταν ήρεμος και
συγκεντρωμένος, χωρίς άγχος και σαν να ήταν πιο ευχάριστος και φρέσκος. Περπατούσε
σχεδόν όλη νύχτα και χάζευε τους δρόμους και τα κτίρια σα μην τα είχε ξαναδεί και το πρωί
πήγε σπίτι του και κοιμήθηκε. Ξύπνησε άλλος άνθρωπος και κοίταξε το καπέλο. Του άρεσε
πολύ και ήταν ευχαριστημένος με την επιλογή του. Το φόρεσε και ξαναβγήκε έξω. Πέρασε
από το καφενείο και χαιρέτησε τους φίλους που τον είδαν τόσο ευχάριστα αλλαγμένο που
δεν το πίστευαν. Μέχρι που βγήκαν έξω για να σιγουρευτούν ότι ήταν αυτός.
Μετά από δύο μέρες ηρεμίας και ανάπαυσης βρέθηκε μπρος στην πόρτα του ο ιδιοκτήτης
του καταστήματος από το οποίο ο Ιλαρίων αγόρασε το καπέλο. Ήταν ένας συμπαθητικός
κοντός κύριος με ελαφριά φαλακρίτσα, γυαλάκια που ακουμπούσαν στην άκρη της μύτης
του και το ίδιο γκρι σκούρο κοστούμι με γιλέκο και παπιγιόν. Στεκόταν χαμογελαστός και
κοίταζε μία αυτόν και μία το καπέλο το οποίο ο Ιλαρίων δεν το έβγαζε απ’ το κεφάλι του
κατά την διάρκεια της μέρας.
«Ξέρετε, έγινε ένα λάθος με το καπέλο. Δεν ξέρω πως να σας το πω. Ένα φρικτό λάθος που
σας ορκίζομαι συνέβει για πρώτη φορά στα 28 χρόνια του καταστήματός μας». Ο Ιλαρίων
περίμενε την συνέχεια μη μπορώντας να φανταστεί τι ήθελε ο κύριος αυτός και τι ακριβώς
πήγε λάθος. Ασφαλώς ο ίδιος δεν ήταν δυνατόν να έκανε κάτι μεμπτό. Μπήκε μέσα, τους
έδειξε το καπέλο που ήθελε στην βιτρίνα, ο υπάλληλος του το έδωσε και πλήρωσε στον
κύριο που τώρα στεκόταν μπροστά του με τα χέρια στο στήθος του.
«Θα χρειαστεί να επιστρέψετε το καπέλο. Για αλλαγή μπορείτε να πάρετε όποιο άλλο
θέλετε».
Ο Ιλαρίων ξαφνιάστηκε. Στην αρχή σκέφτηκε ότι ίσως πρόκειται για αστείο, όμως θα
ερχόταν ο ίδιος ο ιδιοκτήτης για να του πει αυτό το πράγμα; Έτσι κι αλλιώς το θέμα του
φαινόταν εντελώς γελοίο. Τον κάλεσε μέσα για έναν καφέ αυτός όμως αρνήθηκε. Του
ζήτησε να έρθει στο κατάστημα το συντομότερο για να επιστρέψει το καπέλο. Θα
μπορούσε να πάρει τα χρήματά του πίσω ή όποιο άλλο καπέλο ήθελε. Τον ευχαρίστησε για
την κατανόησή του και έφυγε.
Ο Ιλαρίων κάθισε για να σκεφτεί, όμως δεν μπορούσε. Μέσα του κυριαρχούσε ο φόβος
γιατί αν έδινε το καπέλο δεν θα ήταν ξανά ήρεμος και δεν θα τον συμπαθούσαν πάλι όπως
έγινε μετά την τυχαία απόκτηση του καπέλου. Επιπλέον θα βασανιζόταν και ο ίδιος απ' τον
κακό γκρινιάρη εαυτό του, κάτι που δεν θα άντεχε για δεύτερη φορά.
Όλο το απόγευμα δεν έκανε τίποτα. Ο φόβος δημιούργησε εκνευρισμό και δεν είχε όρεξη.
Ώσπου να κοιμηθεί άλλαξε πολλές φορές γνώμη και διάθεση για το αν θα επέστρεφε το
καπέλο ή όχι, την μία ήρεμος και την άλλη νευρικός και το πρωί φόρεσε το καπέλο και πήγε
αργά στο κατάστημα, πιο πολύ για να σταθμίσει την κατάσταση και με μια μικρή ελπίδα
πως τελικά δεν θα χρειαζόταν να γίνει τίποτα. Θα του ζητούσαν συγνώμη για το δεύτερο
λάθος τους επειδή δεν υπήρχε λόγος για αντικατάσταση. Θα του έλεγαν πως ο υπάλληλος
κατάλαβε λάθος και χωρίς να έχει ιδέα, προκάλεσε όλο αυτό το μπέρδεμα. Ο Ιλαρίων θα
τους έλεγε ότι λάθη γίνονται, πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας και θα έφευγε. Έτσι.
Πέρασε τον παμπάλαιο καθολικό ναό, τον μικρό όμορφο πεζόδρομο πίσω από την αγορά
και έστριψε στο στενό που βρίσκονταν ένα σωρό μικρά μαγαζιά αλλά και το καπελάδικο.
Στάθηκε κάνοντας πως βλέπει μια βιτρίνα με κούκλες, από πολύ μικρές έως αρκετά μεγάλες
και για πρώτη φορά παρατήρησε καπέλα. Ήταν ταιριαστά με την εποχή και τα ρούχα που
φορούσαν και ο Ιλαρίων σκέφτηκε πως χωρίς τα καπέλα θα ήταν μισή ή αδιάφορη η
εμφάνισή τους. Ένα δροσερό αεράκι του χάιδεψε το μάγουλο και ξεκίνησε χωρίς να το
σκεφθεί καν. Λίγο πριν μπει σκέφτηκε και το ενδεχόμενο να μιλήσει απότομα και να
αρνηθεί οποιαδήποτε συμφωνία. Δεν έφταιγε αυτός για το λάθος και εφόσον πλήρωσε και
το κατάστημα δεν αρνήθηκε την συναλλαγή, δεν υπήρχε καν θέμα και γι' αυτό τον λόγο
παρουσιάστηκε εκεί. Για να λήξει το θέμα οριστικά.

2
Μέσα στο κατάστημα ένας σχετικά αδύνατος άντρας συζητούσε με τον ιδιοκτήτη. Ήταν
μελαχρινός, με πολύ συμπαθητικό πρόσωπο και φορούσε σκούρα ρούχα. Αυτή η επιλογή
των χρωμάτων έκανε τον Ιλαρίων να νιώσει άνετα. Αυτός ο άνθρωπος δεν φαινόταν κακός
και ίσως ήταν από αυτούς που πιάνουν εύκολα φιλίες, όχι επειδή ας πούμε, κολακεύουν
τους άλλους, αλλά επειδή τους τραβούν με τον ευγενικό τους χαρακτήρα και την
εντιμότητά τους πράγματα πολύ σπάνια σε όλες τις εποχές. Ναι, είπε μέσα του ο Ιλαρίων,
αυτός είναι ένας ευγενικός και καλός άνθρωπος. Δεν πίστευε πως έκανε λάθος.
Η συζήτηση ήτανε σύντομη και κύλισε ομαλά. Ο Ευδαίμων, όπως ήταν το όνομα του
κυρίου που έψαχνε το καπέλο, συμπάθησε τον Ιλαρίων όπως και ο Ιλαρίων το ίδιο. Του
ζήτησε πολλές φορές συγνώμη και χαιρέτησε. Ο Ιλαρίων δεν είχε καιρό να ψάξει για άλλο
καπέλο. Πήρε τα χρήματα και έφυγε βιαστικά. Ακολούθησε τον Ευδαίμων, στην αρχή
διακριτικά και μετά από πολύ κοντά. Εκτός από την περιέργειά του γιατί ήθελε
συγκεκριμένα αυτό το καπέλο, ενδιαφερόταν και για το άτομό του και ο Ευδαίμων
ξαφνιάστηκε ευχάριστα όταν του ζήτησε ο Ιλαρίων να κάτσουν για έναν καφέ μιας και
γνωρίστηκαν.

-------
(το δίνει όμως με το δεύτερο δεν είναι ήρεμος και ξαναψάχνει το πρώτο – βρίσκει αυτόν
που το πήρε και προσπαθεί να γίνει φίλος του – είναι περίεργος να μάθει τον λόγο που ο
τύπος ήθελε ειδικά αυτό το καπέλο, πριν να του το πάρει 😀
ίσως τελικά να δώσει το καπέλο γιατί όταν είναι ήρεμος και ευγενικός όλοι τον πιάνουν
κορόιδο ενώ όταν ήταν νευρικός δεν τον ενοχλούσαν)

Το καπέλο αυτό, τον ηρεμούσε με κάποιον τρόπο ή αυτός ηρεμούσε όταν το φόραγε και
τον έκανε να βλέπει τα πάντα γαλήνια και συγκεντρωμένα.

(για την αλλαγή) Σκέφτηκε ότι δεν είχε σημασία αυτό το συγκεκριμένο καπέλο και έτσι πήρε
απόφαση να το αλλάξει.

(ίσως μετά να το παίρνει κάποιος άλλος και μετά οι δύο μπορεί να γίνουν φίλοι)